ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ-ΕΝΕΧΥΡΟΦΥΛΑΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

................................................ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ......................................................

ΤΑ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΑ ΩΣ ΕΝΕΧΥΡΟΦΥΛΑΚΕΙΑ

Μία ακόμη αρμοδιότητα του Υποθηκοφύλακα είναι αυτή του ενεχυροφύλακα η οποία εισήχθη στη χώρα μας με το ν. 2844/2000. Σύμφωνα με την εισηγητική του έκθεση, ο σχετικά νέος αυτός Νόμος στοχεύει αφ’ ενός στη διεύρυνση της πιστοληπτικής ικανότητας των οφειλετών (επιχειρήσεων ή επαγγελματιών), αφ’ ετέρου στην πληρέστερη εξασφάλιση των δανειστών.

Το πρώτο επιτυγχάνεται κυρίως με τη δυνατότητα ενεχυρίασης κινητών χωρίς παράδοση της κατοχής τους (κατ’ απόκλιση από τη ρύθμιση των άρθρων του κοινού ενέχυρου 1211 – 1213 ΑΚ). Η πρακτική χρησιμότητα που παρουσιάζει ο νέος αυτός θεσμός για τον οφειλέτη ενεχυραστή, είναι ότι αυτός δεν αποξενούται από τα πράγματα που ενεχυριάζει, αλλά μπορεί να εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί για τη συνέχιση της επιχειρηματικής – επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενώ διατηρεί και εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ασφάλειας και ταυτόχρονης αντικατάστασής τους με άλλα ανάλογης αξίας (κυμαινόμενη ασφάλεια).

Το δεύτερο επιτυγχάνεται, κυρίως, με τη δυνατότητα δημοσίευσης της συμφωνίας παροχής ασφάλειας. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πυρήνας της νέας αυτής ρύθμισης είναι η εισαγωγή του συστήματος δημοσιότητας των ασφαλειών σε κινητά, απαιτήσεις ή άλλα δικαιώματα με την εγγραφή τους σε δημόσια βιβλία, όπως τα βιβλία υποθηκών για ασφάλειες επί ακινήτων.

Το πλασματικό ενέχυρο συνίσταται κατ’ άρθρ. 1 και 3 ν. 2844/2000 με έγγραφη συμφωνία και δημοσίευσή της (στα βιβλία Ενεχυροφυλακείου – Υποθηκοφυλακείου). Η διαφάνεια που έτσι επιτυγχάνεται ενισχύει τη δημόσια πίστη και την ασφάλεια των συναλλαγών, ενώ, δίνει σταθερά και δίκαια κριτήρια (κατά βάση το χρόνο δημοσίευσης) για τη λύση του προβλήματος της προτεραιότητας μεταξύ πολλών ασφαλειοληπτών. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2844/2000 ορίζεται ότι ο νέος αυτός θεσμός του «πλασματικού ενεχύρου», όπου συνίσταται ενέχυρο χωρίς παράδοση του κινητού παρά μόνο με έγγραφη συμφωνία ενεχυραστή και δανειστή και με δημοσίευσή της κατά το άρθρο 3, αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες τόσο ο δανειστής όσο και ο οφειλέτης είναι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες και η ασφάλεια παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης ή του επαγγέλματος του τελευταίου. Προϋπόθεση για το έγκυρο του πλασματικού ενεχύρου είναι η απαίτηση για την οποία αυτό συνίσταται να είναι έγκυρη. Επομένως, για τη δυνατότητα σύστασης ενός τέτοιου ενεχύρου επιβάλλεται διττός περιορισμός, αφ’ ενός ως προς τα πρόσωπα των συμβαλλομένων και αφ’ ετέρου ως προς το είδος των ασφαλιζομένων απαιτήσεων.

 

Σημαντικό λοιπόν είναι να σημειωθεί ότι το ενέχυρο αυτό μπορεί να συσταθεί όχι μόνο μεταξύ εμπόρων για εξασφάλιση εμπορικής απαίτησης, αλλά καταλαμβάνει και ορισμένες άλλες κατηγορίες απαιτήσεων, όπως λ.χ. εναντίον ελεύθερων επαγγελματιών (γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών). Πάντα κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 2844/2000, πέρα από τους δύο αυτούς περιορισμούς, ένας επιπλέον και μάλιστα σημαντικός περιορισμός επιβάλλεται με το άρθρο 2 του νόμου. Με το άρθρο αυτό αποκλείονται από την εν λόγω ασφαλειοδότηση αφ’ ενός τα χρήματα και τα αξιόγραφα και αφ’ ετέρου τα κινητά τα δεκτικά αυτοτελώς υποθήκης (αεροσκάφη, πλοία και πλωτά ναυπηγήματα). Επίσης, αποκλείονται σε κάθε περίπτωση τα αντικείμενα οικοσκευής.

Στην παρ. 2 του άρθρ. 1 ορίζονται τα στοιχεία που πρέπει κατ’ ελάχιστον να περιλαμβάνονται στην ενεχυρική συμφωνία, κάτι που έχει σημασία για την περιληπτική αναγραφή τους στη συνέχεια στο έντυπο που παραδίδεται προς κατάθεση στον τηρούντα το δημόσιο βιβλίο. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2844/2000 η απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται μετά δεκαετία από την καταχώριση, εκτός αν ο δανειστής ζητήσει, με έγγραφο που υποβάλλεται στον ενεχυροφύλακα και κοινοποιείται στον ενεχυραστή 3 τουλάχιστον μήνες πριν από τη συμπλήρωση της δεκαετίας, την καταχώρηση δήλωσης στο βιβλίο για παράταση του ενεχύρου. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «…Η δήλωση παράτασης δεν ισχύει αν ο ενεχυραστής ή ο οφειλέτης ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρον προσκομίσει στον ενεχυροφύλακα ένα μήνα πριν τη συμπλήρωση της διάρκειας του ενεχύρου, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη του δανειστή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την απόσβεση ή την ανυπαρξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης…». Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2844/2000, η εξάλειψη του ενεχύρου γίνεται με πράξη πάνω στο κατατεθειμένο έντυπο του άρθρου 3, σημειώνεται στο ευρετήριο, χρονολογείται και υπογράφεται από τον ενεχυροφύλακα. Επίσης, κατά το ίδιο άρθρο 8 παρ. 2, οι διατάξεις του ΑΚ: 1284, 1290, 1294 ως 1299, 1314 ως 1316 εδ. α’, 1324, 1327 ως 1329, 1331, 1332, 1334, 1335 και 1339 ως 1341 εφαρμόζονται αναλόγως, ενώ η συναίνεση του άρθρου 1324 ΑΚ, η οποία εν προκειμένω αφορά την εξάλειψη της εγγραφής του πλασματικού ενεχύρου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο.

Η δημοσίευση (καταχώρηση) του πλασματικού ενέχυρου γίνεται ύστερα από αίτηση από όποιον έχει έννομο συμφέρον με κατάθεση εντύπου που περιέχει τα στοιχεία σε περίληψη του αρ. 1 και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη ή τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον Υποθηκοφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από άλλη δημόσια Αρχή ή συμβολαιογράφο ή αστυνομία. Η κατάθεση γίνεται στο Υποθηκοφυλακείο του τόπου κατοικίας του ενεχυραστή, άλλως στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Στο κατατεθειμένο έντυπο ο Υποθηκοφύλακας συντάσσει Πράξη Κατάθεσης, που αριθμείται σε χρονολογική σειρά (άρθρο 3). Και μελλοντικές απαιτήσεις ή ομάδα απαιτήσεων μπορεί να είναι αντικείμενο ενεχύρου ή εκχώρησης αν οι απαιτήσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστούν (άρθρα 11 και 12). Για την τροποποίηση, διόρθωση λαθών, ελλείψεων, αλλαγή κατοικίας ή έδρας των μερών, αλλαγή του τόπου που βρίσκεται το πράγμα, καθώς και κάθε άλλη ουσιώδης μεταβολή καταχωρίζεται στο βιβλίο ενεχύρου του άρθρου 2 με κοινή αίτηση των μερών. Την αίτηση για καταχώρηση είναι δυνατόν να υποβάλει και ένα από τα μέρη ή όποιος έχει έννομο συμφέρον εφόσον ο αιτών εγγράφως αποδεικνύει την καταχωριστέα μεταβολή (άρθρο 5). Σε περίπτωση διάθεσης του ενεχυρασθέντος, μετά τη δημοσίευση, το ενέχυρο διατηρείται, εκτός αν ο τρίτος αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα την ύπαρξη του ενεχύρου (άρθρο 6).

Last Updated on Friday, 24 June 2011 08:49